1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή υιός της Αφροδίτης αποφάσισας εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος