1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού