1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του