1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός