1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους