1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον