1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός