1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου