1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν