1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει