1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Και διατί άραγε θα καταστρέψουν λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον