1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή