1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Και διατί άραγε θα καταστρέψουν ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την