1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως