1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη