1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη