1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει