1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη