1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Έρριψε μακράν από της κεφαλής της προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν