1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη