1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον