1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Και διατί άραγε θα καταστρέψουν εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος