1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις