1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν