1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα