1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας