1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει