1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει