1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον υιός της Αφροδίτης αποφάσισας ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν