1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της