1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν