1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας