1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Έρριψε μακράν από της κεφαλής της φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης