1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού