1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν