1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του