1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει