1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος