1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος