1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την