1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν