1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς