1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Έρριψε μακράν από της κεφαλής της φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη