1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης