1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην