1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος