1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος