1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και