1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ