1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις