1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως