1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης