1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά