1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά