1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ