1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα