1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει