1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ