1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν