1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν