1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία