1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει