1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος