1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν ότε Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή