1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Αυλαίαι βαρύτιμοι εκρέμαντο από των Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης