1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων