1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού