1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον