1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος βασιλεύς εγνώριζε τούτο αλλ ήτο συνάμα Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν υπελάμβανε δε ότι και ο ύπνος της Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ