1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Και τούτο το έκαμε αλλά και αυτό απέβη Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους