1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων και έκλαυσεν επί τέλους ως αι γυναίκες Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε