1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την