1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Την ελάτρευον λοιπόν την εσέβοντο Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Αλλ όπως έχαιρε πρότερον αισθανομένη ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς