1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Επειδή δε οι άνθρωποι τότε ήσαν θεοσεβέστεροι θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Και αι μεν δύο εξ αυτών αι πρεσβύτεραι Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού