1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Είνε μαγική αληθώς εσπέρα εσπέρα Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος Ήθελε τον απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή