1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και ερωτύλος Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά ζητής να ανακαλύψης ό τι και συ πρέπει Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Αλλ η υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς ελαφραί του πτέρυγες συνεσταλμέναι Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος