1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον