1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο η ατυχής Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Και διατί άραγε θα καταστρέψουν