1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Και ήτο μεν πεπεισμένη ότι ο μυστηριώδης Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Την αγανάκτησιν ήτις επορφύρωσε τας Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο κλίνη της με περσικάς υποστρώσεις Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα