1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Τις και πώς έφερε τους λυχνούχους Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Ενθυμείσαι αναγνώστά μου ότι υπήρξες Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ αρχάς Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν και θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου