1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Έτρεχεν έτρεχε πάντοτε και η ταχεία Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί αοράτως μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Έρως μη δυνάμενος να αντιστή εις την την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος