1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Ίσως όμως και πεζότερόν τι αίσθημα Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Εσκέφθησαν λοιπόν φυσικώς και Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την την καταστρέψη διότι όταν μάθης ποίος Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Είνε ωραία θερινή εσπέρα και το ήρεμον Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των