1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί των Λαμπρότης και πολυτέλεια πανταχού Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Ούτε πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον μυστηριώδης της εραστής όχι μόνον λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Πόσην ώραν εκοιμήθη εις τίνος νυμφίου Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Τον παρεκάλεσε να εμφυσήση εις την Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει Προσεπάθει πάντοτε ολιγώτερον μεν ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου