1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν χαρτόμαντις θεός το μεν χαριζόμενος Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή Πώς μετήλλαξεν αίφνης την προτέραν Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι Ψυχή όμως η απερίσκεπτος και περίεργος λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον Διά τούτο δε προτιθέμενος να σου διηγηθώ Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές Αγνοώ αν η μαγεία των παιδικών χρόνων Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον