1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Μίαν φοράν λοιπόν και ένα καιρόν ήτο Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής ότι υιός της Αφροδίτης αποφάσισας Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Τέρας είπεν εις αυτόν αλλ όχι άνθρωπος Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον βασιλείς ούτοι είχον τρεις βασιλοπούλας Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή