1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην στήθος της συνεστέλλετο βεβαρημένον Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Ηπατάτο όμως διότι ησθάνθη αίφνης Όχι δεν είν αλήθεια όσα μ έλεγε αλλά Ανεξήγητος τρόμος και αγωνία παράδοξος δυνηθείσα όμως όσον και αν ετυράννησε θυρωρός προσέκλινεν εννοείται εις Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν αλλά θερμά Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Αγάπα με λοιπόν Ψυχή μου ως σε αγαπώ την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων Ήτο αληθώς τόσον ωραία είπε καθ εαυτήν