1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν προσκύνησις αύτη η εν αγαλλιάσει Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Αλλ όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει λόγον έχει διελογίζετο η Ψυχή Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην Έρριψε μακράν από της κεφαλής της Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα Κατά τι θ αυξήση την ευτυχίαν μας Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Άφησε αγάπη μου να διαρρέη τοιουτοτρόπως Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Δεν έβλεπε πλέον αστέρας άνωθέν της Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας