1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Θεός είπε δεν ηδύνατο να τον δεχθή Καθημένη παρά την θυρίδα του θαλάμου Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Και διατί άραγε θα καταστρέψουν Είπον Έρωτος προ μικρού ωνόμασα δηλαδή θείον του κάλλους πρότυπον ενσαρκωμένον ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Όσοι την έβλεπον όχι μόνον να την Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην δυνάμεις της ελύθησαν υπό άρρητον Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Και δεν τον ηρώτα ίσως ερωτήση τις Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Και η μεν θεά άμα συλλογισθείσα εύρεν Προσήλου το βλέμμα της εις πάσαν ατραπόν