1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους Ομοιάζομεν κατά τούτο προς την έκθετον Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Μάτην επέμεινεν η νεάνις και μάτην ζήτει Ψυχή μου απήντησεν εκείνος Την υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν Ανήρπασεν αυτήν επί των πτερύγων Στόλισέ την ως νύμφην και άφες αυτήν Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Απόλλων επομένως δεν ηδύνατο να λείψη Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς έστρεψε Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν και Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου μη θέλων