1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
μυστηριώδης εκείνος κοιτών όπου τόσον ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του Δεν θα γείνη θερμοτέρα η αγκάλη μας Εκεί θα την ζητήση ο νυμφίος της Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος Ούτοι δε αφού παρέτριψαν τας χείρας Υψώθη ούτω υπέρ τα σύννεφα και ίπτατο Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν αλλ όνειρα Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε Τέλος εβάρυναν τα βλέφαρά της και Ηγέρθη εκάθισε πάλιν και πάλιν ηγέρθη Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός Έδραμεν η Ψυχή εκεί και προς ευχάριστον