1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30 1 5 10 20 30
Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού Είδε κύκλω της αλλ ουδέν διέκρινε ενθυμήθη όλα και ανελύθη εις δάκρυα Τούτο μόνον είδεν ότι φαιδρόν και Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της φως Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι Μάτην την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ ερωτήσης Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν Νέος Θεός ο υιός της Αλκμήνης και γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου όπως Αλλ η μνήμη αυτής έγεινε κατ ολίγον Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου Είδε καθ ύπνους ότι ευώδης και δροσερά Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός